Translation glossary: EL abbreviations

Creator:
Filter
Reset
Showing entries 251-300 of 535
« Prev Next »
 
ΜΟΥΣMusician (navy) 
Greek to English
ΜΟΕμέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης - confidence-building measures, CBMs 
Greek to English
ΜΟΙΚμεμονομένα οχήματα ιδιαίτερης κατασκευής 
Greek to English
ΜΣΚΜονάδα Συνδυασμένου Κύκλου, Combined-Cycle Unit 
Greek to English
ΜΣΑΦμη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα - NSAIDs 
Greek to English
ΜΣΕΘΜουσική Εθνοφυλακής - Army (National Guard) Band 
Greek to English
ΜΤΝΜετοχικό Ταμείο Ναυτικού, Marine Equities Fund 
Greek to English
ΜΗΠΑμέση ημερήσια ποσότητα απορριμμάτων ανά κάτοικο 
Greek to English
ΜΗΤΕΜητρώο Τουριστικών Επιχειρήσεων 
Greek to English
ΜΑΣΕΠΕΜοίρα Αεροφερόμενου Συστήματος Εγκαίρου Προειδοποίησης και Ελέγχου 
Greek to English
ΜΑΦΜονάδα Αυξημένης Φροντίδας - Enhanced Care Unit 
Greek to English
ΜΑΜΦΟμέγιστη αποδεκτή μάζα φορτωμένου οχήματος - maximum permissible laden weight (of vehicle), MPLW 
Greek to English
ΜΑΔμονάδες αγοραστικής δύναμης, purchasing power parity units 
Greek to English
ΜΑΕΔΥΜονάδα Αεροπορικής Εξυπηρέτησης Δημοσίων Υπηρεσιών 
Greek to English
ΜΕΤΠΟΜητρώο Ελέγχου Τήρησης Περιβαλλοντικών Όρων 
Greek to English
ΜΕΘΜονάδα Εντατικής Θεραπείας, Intensive Care Unit, ICU 
Greek to English
ΜΕΑ ΕΕΜόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στην Ευρωπαϊκή Ενωση, Permanent Representation of Greece to the European Union 
Greek to English
ΜΛΑΜουσικό Λαογραφικό Αρχείο, Musical Folklore Archives 
Greek to English
ειδικό τέλος ΑΠΕειδικό τέλος Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας - special Renewable Energy Sources charge 
Greek to English
εν ΚΠόλειεν Κωνσταντινουπόλει - in Constantinople / Istanbul 
Greek to English
ΖΟΕΖώνη Οικιστικού Ελέγχου - Housing Control Zone, controlled urban zone 
Greek to English
ΖΟΕΖώνη Οικιστικού Ελέγχου 
Greek to English
ΖΕΕΚΖώνη Ελεγχόμενης Εισόδου και Κυκλοφορίας - Controlled Entry and Circulation Zone 
Greek to English
Η/Ζηλεκτροπαραγωγό ζεύγος - generator, generating set 
Greek to English
ΗΑΔΗμερήσια Αναγκαία Δόση, Daily Requirement 
Greek to English
ΗΕΠΗµερήσιος Ενεργειακός Προγραµµατισµός, Daily Energy Planning 
Greek to English
Α.Μ.Τ.Αριθμός Μητρώου Τμήματος 
Greek to English
Α/Καλιευτικό, fishing vessel 
Greek to English
Α/Κ (σκάφος)αλιευτικό σκάφος - fishing boat 
Greek to English
Α/Σαεριοστρόβιλος - gas turbine 
Greek to English
ΑΚΠαιμορραγία κατώτερου πεπτικού 
Greek to English
ΑΚΥΑστικό Κέντρο Υγείας 
Greek to English
ΑΟΖαποκλειστική οικονομική ζώνη - exclusive economic zone, EEZ 
Greek to English
Αρχιφύλακας (Α.Υ.)Αρχιφύλακας (Ανακριτικός Υπάλληλος) 
Greek to English
ΑΠΕ-ΜΠΕΑθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων - Athens News Agency - Macedonian Press Agency 
Greek to English
ΑΡΜΑρμενιστής [navy] 
Greek to English
ΑΣ10 (αιωρούμενα σωματίδια)PM10 (particulate matter in the air) 
Greek to English
ΑΣΟΕΕΑνωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών [renamed Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΟΠΑ] - Athens University of Economics and Business 
Greek to English
ΑΣΝΑΑνακριτικό Συμβούλιο Ναυτικών Ατυχημάτων - Shipping Accidents Investigation Council 
Greek to English
ΑΣΣΣΚ, αεριοστροβιλικός σταθμός συνδυασμένου κύκλουGTCC, gas turbine combined-cycle power station 
Greek to English
ΑΣΣΑΚΑεροστροβιλικός Σταθμός Ανοικτού Κύκλου 
Greek to English
ΑΣπανάφλεξη με σπινθήρα - spark ignition 
Greek to English
ΑΣΙΔαυτόματο σύστημα ισόπεδης διάβασης, automatic level crossing system 
Greek to English
ΑΤΑΚαριθμός ταυτότητας ακινήτου 
Greek to English
ΑΤΕΑγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, Agricultural Bank of Greece, ABG, ATE, ATEbank 
Greek to English
ΑΥΜΕΕΕΑυτοτέλης Υπηρεσιακή Μονάδα Ελέγχου Ενισχύσεων Ελαιόλαδου 
Greek to English
ΑΧαναερόβια χώνευση, anaerobic digestion 
Greek to English
Ανθ/μοςΑνθυπαστυνόμος - Police Warrant Officer 
Greek to English
Αντ/δροςΑντιπρόεδρος, Vice-President 
Greek to English
ΑντχοςΑντιπλοίαρχος - Commander 
Greek to English
« Prev Next »

Your current localization setting

English

Select a language

All of ProZ.com
  • All of ProZ.com
  • Term search
  • Jobs
  • Forums
  • Multiple search